Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2016

ΛΥΚΑΥΓΕΣ

 Κρύφτηκες,
 πίσω απ τη μάσκα που φορείς
 και ν' αντέξεις προσπαθείς.
 Τη μορφή σου παίρνεις από μένα
 μα τα μάτια σου εκτεθειμένα.
 Εκεί,τα όνειρα είναι φωτιές
 που θεριεύουν τις νυχτιές.

Η αλαζονεία,
πικρό ποτό που σε κέρασαν
μα κάτι αγνόησαν ή ξέχασαν.
Η πορεία σου είναι μοναχική
-μια στον πόνο, μια στη λογική.
Οι σκέψεις σου, γίνηκαν φάροι,
κι εσύ σκαρί που χει σαλπάρει.
.......................................................................

 Πολλές φορές,
 του φόβου η αίσθηση σε τυλίγει
 θηλιά στην καρδιά που σε πνίγει
 μα έτσι ήταν από την αρχή ακόμα
 αλλού η ψυχή κι αλλού το σώμα.
 Στη Μοίρα το δάκρυ σου χαρίζεις
 στιγμές κλέβεις,τον χρόνο ξορκίζεις.

 Στο μηδέν
 στα χαμηλά, όρθιος να στέκεσαι
 με μιαν ανάσα ν' αντιστέκεσαι.
 Μαύρες σκιές -που πλάι σου πετούν
 το μαύρο σου ζηλεύουν και κοιτούν.
 Αναμνήσεις, σύννεφα κι αέρας
 κι η βροχή στο τέλος της ημέρας.
........................................................................

Δεν περιμένεις,
το άγγιγμα, το θαύμα εκείνο
“αν θα φύγω η αν θα μείνω”,
περιμένεις της ζωής το νεύμα
να τελειώσει αυτό το ψέμα.

Δεν είναι,
από κείνες τις λαμπρές μάχες
που νικάς και θα ήθελες να χες
είναι κάτι πέρα απ τη φαντασία
είναι “δώρο Θεού” μα και θυσία...


       





Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2016

ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ ΕΚΕΙΝΑ...

  
 Λίγο πριν το χάραμα 
 Ανταμώνω τη ψυχή μου
 Στου έρωτα το χάραγμα
 Εκεί όλη η ζωή μου...

 Τα βράδια εκείνα που ψάχνω τη φωτιά
 Σ' ένα βλέμμα, σ' ένα χάδι σου τρυφερό
 Τον πόθο που φυλάκισε κάποτε η ματιά
 Στη Μοίρα μου σαν κερνώ, πόνο φανερό

 Η σκέψη σταματά στο γλυκό χαμόγελο 
 Μες στο σκοτάδι ρίχνεται φως, μια ευχή
 Το όνειρο δίχως θυσία θα ήταν ανώφελο
 Την αγάπη σου φορώ κι απόψε προσευχή

 Τα βράδια εκείνα που θα είμαι πάλι μόνος
 Εικόνες θα φτιάχνω από μέλλον ανέγγιχτο
 Κυβερνά, μα δεν έχει εξουσία πια ο χρόνος
 Μα κι ούτε πίστεψε ποτέ του στο ανέφικτο
              
 Τελευταία πράξη μια φωτογραφία, ένα φιλί
 Κάπως έτσι... θα με βρει πάλι το ξημέρωμα
 Όσοι δεν πόνεσαν μένουνε πάντοτε δειλοί
 Αιώνια καρτερούν της καρδιάς το ημέρωμα  

 Λίγο πριν το χάραμα 
 Ανταμώνω τη ψυχή μου
 Στου έρωτα το χάραγμα
 Εκεί... όλη η ζωή μου...


Δευτέρα, 1 Αυγούστου 2016

ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ

           - Χρόνε,

                που κρατάς της Μοίρας τα κλειδιά
                άλλοτε σκορπάς γέλιο και ελπίδα
                άλλοτε τον έρωτα μες την καρδιά
                μα η απουσία σου είναι σαν λεπίδα

                και τρυπάς, όσα μέσα μου νιώθω
                το παράδοξο σου, κανείς δεν ξέρει
                τη μια με λύπη - την άλλη με πόθο
                μα στ΄αλήθεια ποιος θα καταφέρει

                να δαμάσει το δικό σου άγριο κύμα
                να μην μετριέσαι μόνο στις στιγμές
                η αγάπη είν’ευλογία κι είναι κρίμα
                πάνω της, να σκαλίζεις εσύ πληγές.

           - Μοίρα,

                που σπέρνεις τον χρόνο σαν φωτιά
                μέσα μας υπάρχει -άστρο φωτεινό
                που δεν σβήνει εύκολα, στη ματιά
                και ποτίζει τις ψυχές αθάνατο νερό

                για να ξεδιψάσουν όμως οι καρδιές
                κι ο πόνος μέσα τους να μην μιλά
                ένα θαύμα να χουν όλες οι βραδιές
                άλλο δάκρυ πάνω τους να μην κυλά

                πάρε μορφή ανθρώπινη και νιώσε
                τι σημαίνει ν’αγαπάς...Ύστερα ίσως
                την απόφαση πάρε κι εντολή δώσε
                άλλος κανείς... να μην νιώσει μίσος...






Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2016

ΜΕ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΕΝΩΜΕΝΑ

   ΜEΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

 -Η συνάντηση-

O Στάθης είχε αντιληφθεί πως το νεαρό ζευγάρι ήταν εκνευρισμένο για κάποιο λόγο και παρότρυνε την γυναίκα του να καθίσουν στο διπλανό παγκάκι.

-Έχω μια περίεργη διαίσθηση καλή μου... είπε κοιτώντας σκεπτικός την γυναίκα του.
-Τι έγινε; Σκέφτηκες κάτι; του απαντά εκείνη ξαφνιασμένη.
-Όχι όχι...Απλά κοιτάζω εδώ και λίγα λεπτά το ζευγάρι ακριβώς απέναντι μας...
-Μα τι είναι αυτά που λες άντρα μου; Και αγχώθηκες για αυτό; τον ρωτά απορημένη η Ξένια.
-Ναι. Έχω την αίσθηση πως ο λόγος που είναι σε ένταση μεταξύ τους, είναι τα λεφτά.
-Και τι μας αφορά εμάς αυτό αγάπη μου; Ακόμη κι έτσι να είναι, νέοι άνθρωποι είναι θα παλέψουν γι’αυτό, λέει η Ξένια.
-Δε ξέρω γιατί, αλλά νιώθω πως πρέπει να τους μιλήσω είπε ο Στάθης και τα μάτια του έλαμψαν.
-Πάει ξεκούτιανε ο άντρας μου, απάντησε η Ξένια και κούνησε επιδεικτικά το κεφάλι της.
-Έλα, πάμε να καθίσουμε δίπλα τους... Θέλω να ακούσω τι λένε. Να δεις που θα έχω δίκιο και μετά να δω πως θα τα μαζέψεις, της είπε χαμογελαστός ο Στάθης.

Μετά από δύο λεπτά κάθισαν στο διπλανό παγκάκι και είναι αλήθεια πως δεν πέρασε πολλή ώρα για να επιβεβαιωθεί ο Στάθης. Ο Πέτρος είχε αρχίσει να χάνει την ψυχραιμία του και σηκώθηκε όρθιος. Η Άννα αμίλητη...

-Έχουμε ένα χρόνο που είμαστε μέσα στο άγχος.... Στο τέλος θα καταρρεύσουμε είπε νευριασμένα ο Πέτρος. Η Άννα τον κοιτούσε και έδινε την αίσθηση πως ήταν έτοιμη να εκραγεί...
-Και τι θέλεις να κάνω Πέτρο; Να μην αγχώνομαι; Nα μη θέλω το καλύτερο; Να κάθομαι και απλώς να περιμένω τη μοίρα μου; 
-Γιατί εγώ δεν αγχώνομαι δηλαδή; Ή μήπως επειδή δουλεύω δε νοιάζομαι για σένα; Πέστο μου κι αυτό τώρα!! της φώναξε ο Πέτρος.
-Δηλαδή τι άλλο σου έχω πει Πέτρο; Είσαι με τα καλά σου; του απαντά κι εκείνη νευριασμένα...

Το ηλικιωμένο ζευγάρι άκουσε τον διάλογο και κοιτάχτηκε για μερικά δευτερόλεπτα. Η Ξένια έπιασε το χέρι του καλού της και έκανε ένα μικρό νεύμα. Ήξερε τι ήθελε να κάνει ο Στάθης και του έδωσε τη συγκατάθεση της...

-Καλήμερα, είπε κάπως διστακτικά κοιτώντας το νεαρό ζευγάρι.
-Γνωριζόμαστε από κάπου κύριε; απάντησε νευρικά ο Πέτρος κι αυτό εξόργισε ακόμα περισσότερο τη γυναίκα του.
-Μη γίνεσαι αγενής Πέτρο! Καλημέρα και σε εσάς κύριε απάντησε η Άννα.
-Με συγχωρείτε που επεμβαίνω στην κουβέντα σας αλλά να... σας παρατηρούσα τόση ώρα και για έναν περίεργο λόγο ένιωσα πως θα γνωριζόμασταν. 
-Α ωραία!! Γίναμε και θέαμα στην πλατεία τώρα... Σήκω Άννα πάμε να φύγουμε είπε με έντονο ύφος ο Πέτρος.
-Όχι όχι... μας παρεξηγήσατε είπε η Ξένια και έπιασε το χέρι του καλού της.
-Ηρέμησε Πέτρο... Δεν μας φταίνε σε τίποτα οι άνθρωποι είπε η Άννα στον άντρα της και κοίταξε το ηλικιωμένο ζευγάρι χαμογελαστή.

Ο Πέτρος άκουσε την προτροπή της Άννας και ξανακάθισε δίπλα της, δίχως να μιλά. Τα δυο ζευγάρια συστήθηκαν μεταξύ τους και η Ξένια δεν άργησε να πάει την κουβέντα εκεί ακριβώς που ήθελε ο Στάθης.

-Σαν σήμερα παιδιά μου, εμείς έχουμε επέτειο... Σχεδόν μισό αιώνα μαζί. Γι’ αυτό και μας βλέπετε με τα καλά μας σήμερα, είπε γελώντας η Ξένια και ο Στάθης της χαμογέλασε συγκινημένος.
-Μα τι λέτε; Aυτό είναι υπέροχο!! είπε η Άννα. Άλλα τόσα σας εύχομαι από καρδιάς συμπλήρωσε και με μια γρήγορη κίνηση σκούντηξε τον Πέτρο να πει κάτι και εκείνος.
-Ναι, πραγματικά είναι αξιοθαύμαστο, είπε εκείνος εμφανώς χαμένος στις σκέψεις τους... 
-Κι εμείς είμαστε στον προγραμματισμό για τον δικό μας γάμο αυτό το διάστημα. Απλά έχουν προκύψει κάποια προβλήματα τελευταία είπε η Άννα και χαμογέλασε αμήχανα.
-Ναι σας ακούσαμε πριν... είπε ο Στάθης σκεπτικός.
-Είναι δύσκολες οι εποχές κύριε Στάθη, είπε ο Πέτρος. Είναι δύσκολο να κάνεις οικογένεια και να ανταπεξέλθεις στις απαιτήσεις αλλά το παλεύουμε, συμπλήρωσε λίγο μετά.
-Δυσκολίες... Μου θυμίζετε τα παιδιά μας...Ξέρετε, εσείς οι νέοι τελικά αγχώνεστε με τα λάθος πράγματα είπε η Ξένια.
-Αν μιλάτε εσείς για δυσκολίες, τι να πούμε και εμείς... Αν δεν έχετε αντίρρηση θα σας πούμε πως γνωριστήκαμε με τη Ξένια και τι τραβήξαμε εμείς για να φτάσουμε εδώ που φτάσαμε...είπε ο Στάθης.
-Ναι βεβαίως, απάντησε χαμογελαστή η Άννα.

Ο Πέτρος ξανασηκώθηκε από τη θέση του και άναψε ένα τσιγάρο. Το τελευταίο που τον απασχολούσε εκείνη τη στιγμή ήταν να ακούσει την ιστορία του Στάθη και της Ξένιας. Είναι έτσι ο χαρακτήρας του  -αυθόρμητος και ειλικρινής- που ποτέ του δεν έκρυβε αυτό που ένιωθε. Η Ξένια το κατάλαβε αμέσως...

-Στάθη μου, ίσως είναι καλύτερα να πηγαίνουμε και εμείς προς το σπίτι. Τι λες και εσύ καλέ μου;
-Mα δεν ξεκίνησα καν...απάντησε εκείνος με παράπονο.
-Όχι όχι, λίγη κουβέντα θα μας κάνει καλό είπε η Άννα. Να αποφορτιστούμε και εμείς λίγο, γιατί από το πρωί είμαστε μέσα στο άγχος... Έτσι δεν είναι αγάπη μου;

Ο Πέτρος της χαμογέλασε και κάθισε δίπλα της. Την λάτρευε και όσο αγχωμένος και αν ήταν προσπάθησε να το κρύψει για χάρη της.

-Για πείτε μας λοιπόν... Πως γνωριστήκατε εσείς οι δύο; είπε ο Πέτρος κοιτώντας τον Στάθη.
-Α...μεγάλη ιστορία. Εμείς που λες Πέτρο μου, μεγαλώσαμε σε γειτονικά χωριά. Εγώ ο μεγάλος γιος μιας αγροτικής οικογένειας. Η Ξένια, η μοναχοκόρη του καθηγητή Γυμνασίου της κοινότητας. Από αυτό και μόνο μπορεί να καταλάβει κανείς τις δυσκολίες...
-Οι οικογένειες μας ήταν πολύ διαφορετικές συμπλήρωσε η Ξένια. Ο πατέρας μου αυστηρός και απαιτητικός με όλους...Πόσο μάλλον με τη γυναίκα και την κόρη του.
-Άλλες εποχές τότε...είπε η Άννα.
-Ναι, μόνο που τότε η αγάπη ήταν πάνω από χρήματα....για το ζευγάρι, είπε ο Στάθης γελώντας. 
-Εντάξει... ήμουν μοναχοκόρη λογικό ήταν, του απάντησε η Ξένια και του ξανάπιασε το χέρι. 
-Όλα ξεκίνησαν στο πανηγύρι του Αη-Γιάννη.. Εκεί πρωτοσυναντηθήκαμε και ερωτευτήκαμε από την πρώτη ματιά... Όταν είδα το πρόσωπό της ένιωσα αμέσως πως είναι η γυναίκα που θα έχω πλάι μου. Πήγα και της μίλησα κατευθείαν, παρασυρόμενος από το νεανικό πάθος. Όταν μου χαμογέλασε εκεί άρχισαν όλα...είπε ο Στάθης συγκινημένος.
- Μέτα για ένα διάστημα δεν βρεθήκαμε. Τότε δεν υπήρχαν και τηλέφωνα όπως σήμερα. Ενθουσιασμένη και εγώ απλά περίμενα την επόμενη στιγμή, όποτε κι αν ήταν εκείνη,να τον ξαναδώ είπε η Ξένια.
-Και μετά από πόσο καιρό ξαναβρεθήκατε; τους ρώτησε η Άννα.
-Για ένα καλοκαίρι καθόλου.... Το Σεπτέμβρη ξαναβρεθήκαμε αλλά ο πατέρας της Ξένιας δεν άργησε να καταλάβει τι ακριβώς γινόταν.
-Τότε ήταν αυστηρά τα ήθη και τα έθιμα. Η οικογένεια είχε άλλη δομή, άλλες αρχές είπε η Ξένια και συνέχισε. Να μη τα πολυλογούμε για δύο χρονιές μέχρι να τελειώσει ο Στάθης τις τάξεις του Γυμνασίου βλεπόμασταν κρυφά... Εγώ είχα και απειλές από τον πατέρα μου και λίγο αργότερα όταν έχασα τη μητέρα μου τα πράγματα ήταν ακόμη πιο δύσκολα για μένα. Μοναχοκόρη... Καταλαβαίνετε...
-Από τα λεγόμενα σας, πρέπει να ήσασταν ο πρώτος έρωτας ο ένας για τον άλλον έτσι δεν είναι; Πέτρο δεν είναι υπέροχο αυτό; Για μια ολόκληρη ζωή μαζί...
-Ναι ναι όντως... είπε κάπως αμήχανα ο Πέτρος.
-Δυο χρόνια λοιπόν κρυφές συναντήσεις. Ώσπου ένα βράδυ του Ιούνη έγινε το μοιραίο... είπε ο Στάθης. 
-Με έκλεψε....είπε συγκινημένη η Ξένια και έπιασε ξανά το χέρι του καλού της.
-Μα... Πόσο χρονών ήσασταν; 16-17; είπε ξαφνιασμένη η Άννα.
-Ναι τόσο μικροί... Φύγαμε για Αθήνα δίχως να πούμε σε κανέναν τίποτα... Το τι ακολούθησε μπορείτε να το φανταστείτε απάντησε η Ξένια.
-Κι εγώ που νόμιζα πως αυτά γίνονται μόνο στις ταινίες...σιγοψιθύρισε ο Πέτρος. Όσο περνούσε η ώρα τόσο περισσότερο τον άγγιζε η συζήτησή τους.
-Ο Στάθης άρχισε μαθήματα σε τεχνική σχολή και εγώ σαν ράφτρα σε μια βιοτεχνία... Βρήκαμε και ένα δωμάτιο να μείνουμε. Έτσι ξεκινήσαμε... Με δυσκολίες σε μια μεγάλη πόλη που μόνο ακουστά είχαμε.
-Και φυσικά τον πόλεμο των συγγενών. Ο πατέρας της Ξένιας μας βρήκε και για ένα μεγάλο διάστημα έκανε τα πάντα να μας χωρίσει... Ώσπου το πήρε απόφαση κι εκείνος...
-Πως η αγάπη, στο τέλος πάντα νικά... είπε βουρκωμένη η Ξένια.

Το νεαρό ζευγάρι είχε ταρακουνηθεί από όσα άκουγε. Κοίταζαν ο ένας τον άλλον δίχως να μιλούν, αλλά μέσα τους ένιωθαν ότι αδίκησαν τους εαυτούς τους. 

-Παιδιά έχετε φαντάζομαι, είπε ο Πέτρος.
-Ναι δύο και είναι κοντά στις ηλικίες σας περίπου. Έχουμε και εγγόνια είπε χαμογελαστός ο Στάθης.
-Να σας ζήσουν είπαν η Άννα και ο Πέτρος με μια φωνή.
-Ευχαριστούμε πολύ, απάντησε η Ξένια.
-Καταλάβατε τώρα γιατί ήρθαμε και σας μιλήσαμε; ρώτησε το νεαρό ζευγάρι ο Στάθης.
-Ναι, απάντησε ο Πέτρος και χαμήλωσε το κεφάλι του.
-Ένα είναι το σημαντικό σε όλες τις σχέσεις. Η αμοιβαία κατανόηση, ο σεβασμός δηλαδή. Η αγάπη είναι δεδομένη αλλιώς δεν θα υπήρχε σχέση. Εμείς ξεκινήσαμε από το μηδέν. Ούτε ρούχα που λέει ο λόγος, δεν είχαμε όταν κατεβήκαμε Αθήνα. Εσείς που έχετε ανέσεις γιατί λυγίζετε τόσο εύκολα; Είστε κακομαθημένη η νέα γενιά παιδιά μου...είπε ο Στάθης.
-Δεν έχετε άδικο απάντησε η Άννα.
-Αν παρατηρήσατε πιάνω συνέχεια το χέρι του άντρα μου... Σχεδόν πενήντα χρόνια, έτσι είμαστε... είπε η Ξένια.
-Αυτό ήταν το κλειδί... Πάντα ήμασταν σαν ομάδα...αγαπημένοι και μονοιασμένοι ενάντια σε όλα μας τα προβλήματα...είπε ο Στάθης.
-Έτσι να είστε και εσείς συμπλήρωσε η Ξένια. 
-Ο καθένας μόνος του θα λυγίσει... Μαζί θα καταφέρετε όσα ποθείτε... Αυτό να θυμάστε πάντα παιδιά μου, είπε ο Στάθης.

Ο Πέτρος και η Άννα είχαν ζωγραφισμένη τη στεναχώρια στις ματιές τους. Όμως μέσα τους ένιωθαν γαλήνη. Μοιραίο η όχι, αυτό το πρωινό είχε ανοίξει κάποιες “πόρτες” μέσα στο μυαλό τους, που αγνοούσαν ή είχαν ξεχάσει... Λίγη ώρα μετά τα ζευγάρια αποχαιρέτησαν το ένα το άλλο. Μέσα από τη συνάντηση τους, γεννήθηκε μια πολύ καλή φιλία που κράτησε για καιρό. Σε διάστημα ενός έτους, η Άννα δούλευε μόνιμα στο πανεπιστήμιο. Ο Πέτρος βρήκε μια καλύτερη πρωινή δουλειά και όρισαν ημερομηνία για το γάμο τους... Το ηλικιωμένο ζευγάρι απέκτησε ένα εγγονάκι ακόμα... Ένα κοριτσάκι, που βαφτίστηκε Αγάπη και νονοί του έγιναν ο Πέτρος και η Άννα... Τα παιδιά του Στάθη και της Ξένιας έγιναν επίσης πολύ καλοί φίλοι με τον Πέτρο και την Άννα... Όλα τόσο γρήγορα...Τόσο μαγικά...

Τελικά αυτό είναι η ζωή... Μια σειρά από μικρά θαύματα... 





Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2016

ΜΕ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΕΝΩΜΕΝΑ...

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
   
-Η αναμονή-


Σ'ένα μικρό διαμέρισμα στον Βύρωνα, η μέρα ξεκινά με άγχος. Η Άννα έχει ξυπνήσει από πολύ νωρίς και κάθεται μόνη στην κουζίνα του σπιτιού. Τσιγάρο, καφές και το μυαλό της καρφωμένο στη σημερινή μέρα. Δεν είχαν περάσει 24 ώρες, όταν την ειδοποίησαν πως άνοιξε μια θέση εκπαιδευτικού στο Ε.Μ.Π. Τον τελευταίο χρόνο είχε αναλωθεί σε ιδιαίτερα μαθήματα και κάποιους μήνες ως ωρομίσθια σε φροντιστήριο της περιοχής. Περιστασιακή και όχι μόνιμη δουλειά. Έψαχνε μια ευκαιρία και της παρουσιάστηκε. Λίγη ώρα αργότερα ξυπνά ο αρραβωνιαστικός της, ο Πέτρος και κάθεται δίπλα της στην κουζίνα.

-Καλημέρα καλή μου. Γιατί τόσο νωρίς; τη ρωτά απορημένος.
-Καλημέρα... Δεν μπορούσα να κοιμηθώ καλά, είχα υπερένταση... απαντά εκείνη.
Σηκώνεται και βάζει ένα φλιτζάνι καφέ στον καλό της και ξανακάθεται δίπλα του.
-Σ'ευχαριστώ αγάπη μου. Ξύπνησα και δεν σε είδα δίπλα μου και ανησύχησα μήπως είσαι άρρωστη, λέει ο Πέτρος.
-Όχι μην ανησυχείς. Καλά είμαι, απαντά η Άννα και του χαιδεύει τρυφερά το χέρι. Για την αίτηση στο πανεπιστήμιο είναι. Σε μία βδομάδα κλείνουμε ένα χρόνο αρραβωνιασμένοι και είναι πολλά που σκέφτομαι για εμάς.
-Το ξέρω και σε καταλαβαίνω. Μην κοιτάς που έχω μια δουλειά μόνιμη, έστω και απογευματινή. Έχω σκεφτεί πολλές φορές να βρω μια πρωινή με περισσότερα χρήματα. Για εμάς και το μέλλον μας. Αλλά από την άλλη σκέφτομαι πως δε μας πήραν και τα χρόνια... Τριανταδύο εγώ, τριάντα εσύ. Όρεξη να 'χουμε και θέληση μόνο, λέει ο Πέτρος.
-Ρε Πέτρο, η ηλικία είναι το θέμα; απαντά νευρικά η Άννα. Άσε που ξεχνάς ότι είμαι γυναίκα. Κάποια στιγμή θα έρθει κι ένα παιδί στη ζωή μου. Αν δεν κάνω τώρα πράγματα, πότε θα τα κάνω;
-Nαι έχεις δίκιο... Με συγχωρείς δεν θέλω να ξεκινήσει η μέρα μας με γκρίνια, λέει ο Πέτρος και της δίνει ένα φιλί στο μάγουλο.
Έμειναν για λίγα λεπτά σκεπτικοί και οι δυο τους. Τα όνειρα τους κοινά, αλλά ήθελε υπομονή και προσπάθεια. Στην πρωτεύουσα η ζωή ποτέ δεν ήταν εύκολη. Είχαν σκεφτεί να ζήσουν σε κάποια άλλη πόλη μα και οι δύο έχουν τους γονείς και τα αδέρφια τους εδώ. Νιώθουν πως έχουν ένα στήριγμα. Όταν το ρολόι της κουζίνας έδειξε 8, η Άννα σηκώθηκε...
-Πάω να ετοιμαστώ σιγά σιγά. Εσύ τι θα κάνεις; ρωτά τον καλό της.
-Τι ώρα σου είπαν; Θα έρθω μαζί σου αν θέλεις. Λέω να παρκάρω στο άλσος της Καισαριανής και να πάμε με τα πόδια ως εκεί. Τι λες κι εσύ; Να ηρεμήσεις και λίγο πριν κάνεις την αίτηση...
-Ναι, θα μου έκανε καλό. Στις 9 μου είπαν να είμαι στη γραμματεία με τα χαρτιά μου. Έχω πολύ άγχος... Θέλω τόσο να με επιλέξουν, του απαντά η Άννα και πηγαίνει στην κρεβατοκάμαρα τους να ετοιμαστεί. Ο Πέτρος τελειώνει βιαστικά τον πρωινό του καφέ και ξεκινά να ετοιμάζεται κι εκείνος. Είκοσι λεπτά αργότερα είχαν μπει ήδη στο αυτοκίνητο τους και ξεκινούσαν για τον προορισμό τους. Σε όλη τη διαδρομή προσπαθούσε να αποβάλει το άγχος από την καλή του, μιλώντας της για άσχετα πράγματα, αλλά μάταια. Η Άννα ήταν πεισματάρα και το ήξερε. Ήθελε πολύ αυτή τη δουλειά και το έδειχνε. Δέκα λεπτά πριν τις 9,  περνούσαν την είσοδο του πανεπιστημίου και κατευθύνονταν προς τη γραμματεία.
-Είμαι ήρεμη, είπε η Άννα και έσφιξε το χέρι του καλού της χαμογελώντας του.
-Όλα θα πάνε καλά αγάπη μου, απαντά ο Πέτρος. Θα σε περιμένω εδώ στην είσοδο. Καλή επιτυχία ! και της δίνει ένα φιλί.
Όση ώρα ήταν μέσα η αρραβωνιαστικιά του, όλο και πιο πολύ αγχωνόταν εκείνος. Ήταν μια καλή ευκαιρία για την Άννα και γνώριζε πόσο θα απογοητευόταν αν δεν την επέλεγαν. Αγαπούσε πολύ το επάγγελμα της και σπάνια έψαχνε κάτι πέρα από αυτό. Ήταν αυτό που της ταίριαζε και το ήξεραν και οι δύο. Μισή ώρα αργότερα βγαίνει η Άννα από το γραφείο. Το χαμόγελο της αμήχανο, κάτι που υποδήλωνε ανασφάλεια...
-Τι έγινε, πως πήγε; την ρωτά ο Πέτρος μόλις την αντίκρισε.
-Συνέντευξη κανονική έδωσα... Μου είπαν πως είναι άλλα πέντε άτομα με παρόμοια προσόντα σαν εμένα. Δεν είναι θέση αναπληρωτή και αυτό είναι το θετικό. Είναι μόνιμου εκπαιδευτικού αλλά δεν ξέρω Πέτρο. Δεν έχω καλή διαίσθηση...
-Εγώ πιστεύω πως θα σε επιλέξουν. Θέλεις να περπατήσουμε ή να πάμε για ένα καφέ; της λέει εκείνος καθώς την αγκαλιάζει. Είδε που ήταν πεσμένη και ήθελε να τη βοηθήσει. Έχει περάσει αυτό το στάδιο κι εκείνος αρκετές φορές. Η κρίση μεγάλωσε και τον ανταγωνισμό πλέον. Άγχος για δουλειά, λίγες οι θέσεις και πολλά άτομα με τα ίδια προσόντα... Το να βρεις κάτι σταθερό και με καλά χρήματα, πλέον μοιάζει με άπιαστο όνειρο... Μέσα τους όμως είχαν ακόμη την ελπίδα για κάτι καλύτερο.
-Να σου πω την αλήθεια... ούτε κι εγώ ξέρω τι θέλω τώρα, του απαντά η Άννα. Πάμε στην πλατεία του Αγίου Νικολάου να ανάψω ένα κεράκι να πάνε όλα καλά και περπατάμε εκεί γύρω μετά...
 Περίπου δεκαπέντε λεπτά αργότερα βγαίνουν από την εκκλησία. Η Άννα ήταν πολύ ανήσυχη και δεν μπορούσε να το κρύψει. Το πρόσωπό της είχε μείνει ανέκφραστο...
-Άννα δεν μπορώ να σε βλέπω έτσι... Πότε σου είπαν ότι θα σε ειδοποιήσουν; Αυτή η αναμονή θα σε τρελάνει... της είπε ο Πέτρος εμφανώς επηρεασμένος από την καλή του...
-Πάμε να πάρουμε δυο καφεδάκια στο χέρι και να καθίσουμε εδώ στην πλατεία να μιλήσουμε...του απαντά η Άννα.
 Έτσι και έγινε...Κάθισαν ακριβώς απέναντι από το συντριβάνι της πλατείας και για αρκετή ώρα μιλούσαν για τα προβλήματα τους και κυρίως για το μέλλον τους... Η δουλειά της Άννας και ο επικείμενος γάμος τους, που συνέχεια πήγαινε από αναβολή σε αναβολή και δεν όριζαν ακόμη ημερομηνία, ήταν το επίκεντρο της συζήτησης τους. Συχνά πυκνά ο Πέτρος από την υπερένταση, σηκώνονταν όρθιος σαν να τον χτυπούσε το ρεύμα, ενώ η καλή του έκανε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο... Είχαν αρχίσει και οι δύο να χάνουν την ψυχραιμία τους, όταν ...


           
           

Σάββατο, 21 Μαΐου 2016

ΜΕ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΕΝΩΜΕΝΑ...

 MEΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

   -Η Επέτειος-

" Σ'ένα μικρό διαμέρισμα της Καισαριανής, η μέρα ξεκινά με χαμόγελα. Ο Στάθης και η Ξένια, πίνουν το πρωινό καφεδάκι τους στη κουζίνα του σπιτιού. Στα πρόσωπά τους είναι ζωγραφισμένη η ευτυχία. Ο λόγος ιδιαίτερος και πολύ σημαντικός για κείνους. Ένα ανοιξιάτικο απόγευμα, ακριβώς σαρανταπέντε χρόνια πριν,ένωσαν τις ζωές τους. Πάνω στο μικρό τραπέζι, ένα γυάλινο βάζο με κόκκινα τριαντάφυλλα. Μαζί τα διάλεξαν στο χτεσινό τους περίπατο.
-Τι νόμιζες, το ξέχασα; είπε ο Στάθης καθώς την παρότρυνε να μπουν μέσα στο ανθοπωλείο της γειτονιάς. Η Ξένια λάτρευε τα λουλούδια. Τόσα χρόνια μαζί και δε χαλούσε ποτέ χατίρι ο ένας στον άλλον. Μια βαθιά αγάπη τους ένωνε. Το έβλεπες στις ματιές τους. Φλόγες εφηβικές έκαιγαν τα γερασμένα κορμιά τους...
-Θυμάσαι πως με αποκαλούσες όταν παντρευτήκαμε; ρώτησε η Ξένια τον άντρα της κοιτάζοντας τον χαμογελαστή.
-Γυναίκα, μπορεί να είμαι εξηνταεπτά ετών αλλά θυμάμαι πολύ καλά ακόμη! απαντά ο Στάθης και ξεσπούν σε γέλια.
Η Ξένια αφήνει το φλυτζανάκι του καφέ και πιάνει τα χέρια του συγκινημένη...
-Δεκαέξι ήμουν όταν μ'έκλεψες... Κι όσο φόβο είχα τότε μέσα μου, για το πως θα σταθούμε στη ζωή, άλλη τόση ευτυχία νιώθω τώρα...Σχεδόν μισό αιώνα μαζί...
-Μα τρελός ήμουν να σε αφήσω να φύγεις; απαντά ο Στάθης συγκινημένος κι αυτός.
Το ζευγάρι έμεινε για λίγα λεπτά να κοιτάζει ο ένας τον άλλον. Εικόνες και αναμνήσεις έτρεχαν σαν μικρά παιδιά μες στο μυαλό τους. Η συζήτηση πήγε σε όλα όσα έζησαν και πέρασαν μαζί.
-Κι αν σκεφτείς τι πόλεμο μου κάναν οι γονείς σου. Δικαιολογημένα βέβαια γιατί τρόμαξαν οι άνθρωποι... αλλά δεν το μετάνιωσα στιγμή, είπε ο Στάθης με τρεμάμενη φωνή.
-Ναι, μα με τον καιρό σε δέχτηκαν και παλέψαμε πολύ γι'αυτό. Με πολύ μόχθο και θυσίες. Τι περάσαμε και οι δυο μας... απαντά μελαγχολικά η Ξένια.
-Και ανοίγεις σήμερα το χαζοκούτι και ακούς ότι δεν παντρεύονται οι νέοι εξαιτίας της κρίσης... Να γελάσω ή να κλάψω; Εμείς δηλαδή τι είχαμε τότε; Φύγαμε από την επαρχία να ξεκινήσουμε από το μηδέν στο χάος της Αθήνας. Πείνα, φτώχεια, αρρώστιες... Κι όμως τώρα είμαστε εδώ και αναπολούμε και οι δύο εκείνες τις στιγμές.
-Δεν έχεις κι άδικο άντρα μου. Αν γυρνούσε ο χρόνος πίσω, ευχαρίστως θα ξαναζούσα τα ίδια. Και με τις στεναχώριες και με τις χαρές... Τα λυπάμαι τα νέα παιδιά.
-Τα δικά μας πρόλαβαν και κάνανε τις οικογένειες τους. Τα εγγόνια μας να λυπάσαι και όλους τους νέους που είναι στη δική τους ηλικία, απαντά ο Στάθης.
-Έλα ας σταματήσουμε αυτή τη μίζερη συζήτηση. Λες και αν μπορούσαμε να αλλάξουμε εμείς οι δύο τον κόσμο δεν θα το κάναμε νομίζεις; λέει η Ξένια χαμογελώντας.
-Ναι καλή μου. Μάλλον ναι λουλούδι μου, για να σου απαντήσω και σ'αυτό που ρώτησες πρίν!!απαντά ο Στάθης και της φιλάει τρυφερά τα χέρια. Έτσι την αποκαλούσε από την πρώτη μέρα που τη γνώρισε. Το πιο όμορφο λουλούδι ήταν για εκείνον κι ας περάσανε τα χρόνια.
  Η ώρα πλησίαζε 10 το πρωί. Άρχισαν και οι δυο να ετοιμάζονται σιγά σιγά για τα ψώνια και τον περίπατο της ημέρας. Η διάθεση τους ήταν ανεβασμένη. Σαν δυο νέοι πριν από ερωτικό ραντεβουδάκι. Η Ξένια με ένα λευκό μπλουζάκι και μια μπλε φούστα κι εκείνος με λευκό πουκάμισο και γκρι παντελόνι. Έμπαινε ο Ιούνης σε λίγες μέρες και ο καιρός είχε ζεστάνει για τα καλά πια. Ανυπόμονοι και οι δύο... Σαν να μην πέρασε λεπτό ο χρόνος από πάνω τους. Η ίδια θέρμη σε κάθε κοίταγμα τους. Δεν ήθελαν τίποτε άλλο αυτή τη μέρα παρά μόνο ο ένας τον άλλον. Ότι πιο πολύτιμο είχαν στη ζωή...
-Είμαι έτοιμος ! Εσύ φυσικά ως νεάνιδα, θες λίγο χρόνο παραπάνω να φρεσκαριστείς! λέει με νάζι ο Στάθης.
-Δεν με θες όμορφη, βρε γκρινιάρη; απαντά η Ξένια καθώς παίρνει την τσάντα της.
-Πάντα είσαι όμορφη, λέει ο Στάθης και της ανοίγει την πόρτα.
 Γύρω στις 11.30, αφού ολοκλήρωσαν τα ψώνια τους, κατηφόρισαν στη πλατεία του Αγίου Νικολάου με την ομώνυμη εκκλησία.
-Έλα να πάρουμε μια ανάσα πριν γυρίσουμε σπίτι. Έχει και ωραίο καιρό σήμερα. Γέμισε η πλατεία κόσμο, λέει ο Στάθης.
-Γι' αυτό λατρεύω την άνοιξη! Ανθίζει η φύση, ανθίζουν και οι άνθρωποι απαντά η Ξένια.
Κάθισαν σε ένα από τα πολλά παγκάκια της μικρής πλατείας , ακριβώς απέναντι από το συντριβάνι. Όπως ακριβώς τους άρεσε... Σε διάστημα δέκα περίπου λεπτών, χτύπησε το τηλέφωνο της Ξένιας δύο φορές. Ήταν τα παιδιά τους, ο Γιάννης και η Αρετή. Οι ευχές και τα πειράγματα τους, έκαναν τους γονείς τους να χαρούν ακόμη περισσότερο. Όταν όμως έκλεισε το τηλέφωνο, το πρόσωπό της Ξένιας άλλαξε....
-Μου λείπουν τα παιδιά, πολλές φορές... Μεγάλωσαν και έκαναν τις οικογένειες τους. Όχι πως δεν το ήξερα αλλά να... θα ήθελα να ήταν κοντά μας...
-Βρε γυναίκα, ο Γιάννης και η Αρετή είναι με δυο παιδιά ο καθένας. Αντί να χαίρεσαι που σε θυμούνται ακόμη μετά από τόσα χρόνια στην επέτειο μας, παραπονιέσαι κι από πάνω; H μοίρα τους τα φερε έτσι, να έχουν τις ζωές τους μακριά μας. Όποτε μπορούν όμως έρχονται και μας βλέπουν... Τι να κάνουν και αυτά...
-Όχι δεν έχω παράπονο από εκείνα, ούτε κρίνω τις ζωές τους. Απλά ξέρεις τι κατάλαβα τώρα που μίλησα μαζί τους; Tα παιδιά τα χαίρεσαι όσο είναι μικρά και τα φροντίζεις... Μετά φεύγουν, κάνουν τις ζωές τους αλλά για τη μάνα θα είναι πάντα τα μικρά της, είπε με παράπονο η Ξένια.
 Ο Στάθης δεν μίλησε. Μέσα του καταβάθος ένιωθε παρόμοια συναισθήματα. Στη γειτονιά τους είχαν πολλούς φίλους αλλά μόνο όταν έβλεπαν τα παιδιά τους, γέμιζαν οι ψυχές τους. Πόσο μάλλον τα εγγόνια τους... Της ξανάπιασε το χέρι. Ένιωθαν ευλογία που άντεξαν στο χρόνο και είναι ακόμη μαζί. Για κάμποση ώρα δεν μίλησαν. Απλά χάζευαν τα μικρά παιδιά που παίζανε τριγύρω από το συντριβάνι. Οι ματιές τους όμως δεν άργησαν να πέσουν πάνω στο νεαρό ζευγάρι που κάθισε στο διπλανό τους παγκάκι... Ήταν ανήσυχοι και τράβηξαν την προσοχή του ηλικιωμένου ζευγαριού...


Δευτέρα, 25 Απριλίου 2016

ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

-Τι γύρευες, τι ζήλευες και τι αλήθεια λαχταρούσες;
 Όταν στη μοναξιά σου αφιέρωνες στίχους ωραίους
 Με ποια πειθώ την ελπίδα μέσα σου σκορπούσες;
 Για μάτια που τάξανε αγάπη και έρωτες μοιραίους

 Ένα τραγούδι από το μέλλον απόψε θα σου στείλω
 Εκεί στο χάραμα μες στη μελαγχολία των στιγμών
 Ψάχνοντας να βρω σκοπό και της ζωής τον ζήλο
 Ένα απόσπασμα από μένα, εντός ολίγων γραμμών

 Δειξε τον τρόπο να νικήσω - για πάντα να ξορκίσω
 Να μην μας βρει εκείνο το σταυροδρόμι - χωριστά
 Μέσα στη δίνη μας κι οι δυο και τι να σου ζητήσω
 Μα θα ήθελα τα λόγια μας, να τα πούμε αντικριστά

 Ζεύγη οι σκέψεις και αγκαλιά στενάζουν οι ψυχές
 Οι σκιές της θλίψης, το φως της αγάπης φοβούνται
 Σ’ενα βλέμμα μέσα στο αίμα χαθήκανε οι αντοχές
 Μα τα όνειρα μου, από κείνο το φιλί κρεμιούνται

 Στον φόβο μου έβαλα πανιά και κίνησε για ταξίδι
 Στις άγριες θάλασσες που καιρό τώρα αρμενίζεις
 Του πόθου μου το στεναγμό, του έβαλα για στολίδι
 Πάει καιρός -μα μέσα μου- την φωνή πάλι ορίζεις...



         

       
           

Τρίτη, 22 Μαρτίου 2016

ΟΙ ΝΥΧΤΕΣ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ


...Βράδια γεμάτα αγάπη και πόνο
Κάπως έτσι... νίκησαν τον χρόνο...

Οι νύχτες των θαυμάτων...
Με στοργή, με δάκρυ και χάδι
Τον Έρωτα, γέννησε το σκοτάδι
Το νέκταρ των Αθανάτων..

Βλέμματα...
Που φώτισαν για πάντα τις ψυχές

Αγγίγματα...
Που δοκίμασαν όλες τις αντοχές

Αινίγματα...
Ένα μέλλον που μας καρτερούσε

Ψέματα...
Η καρδιά να πει...δεν θα μπορούσε

Οι νύχτες των θαυμάτων...
Ένας φόβος μέσα μας γλυκός
Η ελπίδα που έγινε ο σκοπός
Η γιορτή των αισθημάτων...

...Βράδια γεμάτα αγάπη και πόνο
Κάπως έτσι...νίκησαν τον χρόνο...


Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2016

ΕΤΣΙ ΜΑΘΑΜΕ ΕΜΕΙΣ


Ραγίζει απόψε η μοναξιά και σπάει
Μια σκέψη μόνη γυρνά τα βράδια
Λόγια, ψίθυροι μες στα σκοτάδια
Έτσι μάθαμε εμείς κι όπου μας πάει...

Στιγμές μόνο στιγμές θα μετράμε
Έτσι είν΄η αγάπη και θέλει θυσία
Μα για εμάς δεν έχει πια σημασία
Έτσι μάθαμε εμείς και θα πονάμε...

Σημάδι έβαλε η Μοίρα κι αστοχεί
Τ’όνειρο που πιστέψαμε και οι δύο
Δεν όρισε για εμάς, το ψυχρό αντίο
Έτσι μάθαμε εμείς, πίστη κι αντοχή...

Με το φιλί και το δάκρυ για φυλαχτό
Χτίσαμε όμορφα και μικρά θαύματα
Πάνω στου ερωτά μας τα τραύματα
Έτσι μάθαμε εμείς και ήταν γραφτό...


Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2016

Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΠΟΥ ΚΡΥΒΕΙΣ

Η ομορφιά που κρύβεις,
στη μαγεμένη σου ματιά
γίνεται του πόθου φωτιά
όταν τη σιωπή συντρίβεις...

Άγγελος είναι το φιλί σου,
το άγγιγμά σου -τα φτερά
και μοιάζουν όλα φανερά
σα γυρεύω τη μορφή σου...

Τα λόγια που θα μου πεις,
μελωδίες της ψυχής σου
που τις έμαθα μαζί σου.
Όταν αγαπάς, το μπορείς...

Τα αισθήματα είναι δώρα,
που απλόχερα μου δίνεις
τη θλίψη μου σα σβήνεις
κι είμαι δικός σου τώρα...

Την ομορφιά που κρύβεις
είχα την ευλογία να τη βρω.
Της καρδιάς σου το θησαυρό,
κόρη του Έρωτα και της Ήβης...