Σάββατο, 21 Μαΐου 2016

ΜΕ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΕΝΩΜΕΝΑ...

 MEΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

   -Η Επέτειος-

" Σ'ένα μικρό διαμέρισμα της Καισαριανής, η μέρα ξεκινά με χαμόγελα. Ο Στάθης και η Ξένια, πίνουν το πρωινό καφεδάκι τους στη κουζίνα του σπιτιού. Στα πρόσωπά τους είναι ζωγραφισμένη η ευτυχία. Ο λόγος ιδιαίτερος και πολύ σημαντικός για κείνους. Ένα ανοιξιάτικο απόγευμα, ακριβώς σαρανταπέντε χρόνια πριν,ένωσαν τις ζωές τους. Πάνω στο μικρό τραπέζι, ένα γυάλινο βάζο με κόκκινα τριαντάφυλλα. Μαζί τα διάλεξαν στο χτεσινό τους περίπατο.
-Τι νόμιζες, το ξέχασα; είπε ο Στάθης καθώς την παρότρυνε να μπουν μέσα στο ανθοπωλείο της γειτονιάς. Η Ξένια λάτρευε τα λουλούδια. Τόσα χρόνια μαζί και δε χαλούσε ποτέ χατίρι ο ένας στον άλλον. Μια βαθιά αγάπη τους ένωνε. Το έβλεπες στις ματιές τους. Φλόγες εφηβικές έκαιγαν τα γερασμένα κορμιά τους...
-Θυμάσαι πως με αποκαλούσες όταν παντρευτήκαμε; ρώτησε η Ξένια τον άντρα της κοιτάζοντας τον χαμογελαστή.
-Γυναίκα, μπορεί να είμαι εξηνταεπτά ετών αλλά θυμάμαι πολύ καλά ακόμη! απαντά ο Στάθης και ξεσπούν σε γέλια.
Η Ξένια αφήνει το φλυτζανάκι του καφέ και πιάνει τα χέρια του συγκινημένη...
-Δεκαέξι ήμουν όταν μ'έκλεψες... Κι όσο φόβο είχα τότε μέσα μου, για το πως θα σταθούμε στη ζωή, άλλη τόση ευτυχία νιώθω τώρα...Σχεδόν μισό αιώνα μαζί...
-Μα τρελός ήμουν να σε αφήσω να φύγεις; απαντά ο Στάθης συγκινημένος κι αυτός.
Το ζευγάρι έμεινε για λίγα λεπτά να κοιτάζει ο ένας τον άλλον. Εικόνες και αναμνήσεις έτρεχαν σαν μικρά παιδιά μες στο μυαλό τους. Η συζήτηση πήγε σε όλα όσα έζησαν και πέρασαν μαζί.
-Κι αν σκεφτείς τι πόλεμο μου κάναν οι γονείς σου. Δικαιολογημένα βέβαια γιατί τρόμαξαν οι άνθρωποι... αλλά δεν το μετάνιωσα στιγμή, είπε ο Στάθης με τρεμάμενη φωνή.
-Ναι, μα με τον καιρό σε δέχτηκαν και παλέψαμε πολύ γι'αυτό. Με πολύ μόχθο και θυσίες. Τι περάσαμε και οι δυο μας... απαντά μελαγχολικά η Ξένια.
-Και ανοίγεις σήμερα το χαζοκούτι και ακούς ότι δεν παντρεύονται οι νέοι εξαιτίας της κρίσης... Να γελάσω ή να κλάψω; Εμείς δηλαδή τι είχαμε τότε; Φύγαμε από την επαρχία να ξεκινήσουμε από το μηδέν στο χάος της Αθήνας. Πείνα, φτώχεια, αρρώστιες... Κι όμως τώρα είμαστε εδώ και αναπολούμε και οι δύο εκείνες τις στιγμές.
-Δεν έχεις κι άδικο άντρα μου. Αν γυρνούσε ο χρόνος πίσω, ευχαρίστως θα ξαναζούσα τα ίδια. Και με τις στεναχώριες και με τις χαρές... Τα λυπάμαι τα νέα παιδιά.
-Τα δικά μας πρόλαβαν και κάνανε τις οικογένειες τους. Τα εγγόνια μας να λυπάσαι και όλους τους νέους που είναι στη δική τους ηλικία, απαντά ο Στάθης.
-Έλα ας σταματήσουμε αυτή τη μίζερη συζήτηση. Λες και αν μπορούσαμε να αλλάξουμε εμείς οι δύο τον κόσμο δεν θα το κάναμε νομίζεις; λέει η Ξένια χαμογελώντας.
-Ναι καλή μου. Μάλλον ναι λουλούδι μου, για να σου απαντήσω και σ'αυτό που ρώτησες πρίν!!απαντά ο Στάθης και της φιλάει τρυφερά τα χέρια. Έτσι την αποκαλούσε από την πρώτη μέρα που τη γνώρισε. Το πιο όμορφο λουλούδι ήταν για εκείνον κι ας περάσανε τα χρόνια.
  Η ώρα πλησίαζε 10 το πρωί. Άρχισαν και οι δυο να ετοιμάζονται σιγά σιγά για τα ψώνια και τον περίπατο της ημέρας. Η διάθεση τους ήταν ανεβασμένη. Σαν δυο νέοι πριν από ερωτικό ραντεβουδάκι. Η Ξένια με ένα λευκό μπλουζάκι και μια μπλε φούστα κι εκείνος με λευκό πουκάμισο και γκρι παντελόνι. Έμπαινε ο Ιούνης σε λίγες μέρες και ο καιρός είχε ζεστάνει για τα καλά πια. Ανυπόμονοι και οι δύο... Σαν να μην πέρασε λεπτό ο χρόνος από πάνω τους. Η ίδια θέρμη σε κάθε κοίταγμα τους. Δεν ήθελαν τίποτε άλλο αυτή τη μέρα παρά μόνο ο ένας τον άλλον. Ότι πιο πολύτιμο είχαν στη ζωή...
-Είμαι έτοιμος ! Εσύ φυσικά ως νεάνιδα, θες λίγο χρόνο παραπάνω να φρεσκαριστείς! λέει με νάζι ο Στάθης.
-Δεν με θες όμορφη, βρε γκρινιάρη; απαντά η Ξένια καθώς παίρνει την τσάντα της.
-Πάντα είσαι όμορφη, λέει ο Στάθης και της ανοίγει την πόρτα.
 Γύρω στις 11.30, αφού ολοκλήρωσαν τα ψώνια τους, κατηφόρισαν στη πλατεία του Αγίου Νικολάου με την ομώνυμη εκκλησία.
-Έλα να πάρουμε μια ανάσα πριν γυρίσουμε σπίτι. Έχει και ωραίο καιρό σήμερα. Γέμισε η πλατεία κόσμο, λέει ο Στάθης.
-Γι' αυτό λατρεύω την άνοιξη! Ανθίζει η φύση, ανθίζουν και οι άνθρωποι απαντά η Ξένια.
Κάθισαν σε ένα από τα πολλά παγκάκια της μικρής πλατείας , ακριβώς απέναντι από το συντριβάνι. Όπως ακριβώς τους άρεσε... Σε διάστημα δέκα περίπου λεπτών, χτύπησε το τηλέφωνο της Ξένιας δύο φορές. Ήταν τα παιδιά τους, ο Γιάννης και η Αρετή. Οι ευχές και τα πειράγματα τους, έκαναν τους γονείς τους να χαρούν ακόμη περισσότερο. Όταν όμως έκλεισε το τηλέφωνο, το πρόσωπό της Ξένιας άλλαξε....
-Μου λείπουν τα παιδιά, πολλές φορές... Μεγάλωσαν και έκαναν τις οικογένειες τους. Όχι πως δεν το ήξερα αλλά να... θα ήθελα να ήταν κοντά μας...
-Βρε γυναίκα, ο Γιάννης και η Αρετή είναι με δυο παιδιά ο καθένας. Αντί να χαίρεσαι που σε θυμούνται ακόμη μετά από τόσα χρόνια στην επέτειο μας, παραπονιέσαι κι από πάνω; H μοίρα τους τα φερε έτσι, να έχουν τις ζωές τους μακριά μας. Όποτε μπορούν όμως έρχονται και μας βλέπουν... Τι να κάνουν και αυτά...
-Όχι δεν έχω παράπονο από εκείνα, ούτε κρίνω τις ζωές τους. Απλά ξέρεις τι κατάλαβα τώρα που μίλησα μαζί τους; Tα παιδιά τα χαίρεσαι όσο είναι μικρά και τα φροντίζεις... Μετά φεύγουν, κάνουν τις ζωές τους αλλά για τη μάνα θα είναι πάντα τα μικρά της, είπε με παράπονο η Ξένια.
 Ο Στάθης δεν μίλησε. Μέσα του καταβάθος ένιωθε παρόμοια συναισθήματα. Στη γειτονιά τους είχαν πολλούς φίλους αλλά μόνο όταν έβλεπαν τα παιδιά τους, γέμιζαν οι ψυχές τους. Πόσο μάλλον τα εγγόνια τους... Της ξανάπιασε το χέρι. Ένιωθαν ευλογία που άντεξαν στο χρόνο και είναι ακόμη μαζί. Για κάμποση ώρα δεν μίλησαν. Απλά χάζευαν τα μικρά παιδιά που παίζανε τριγύρω από το συντριβάνι. Οι ματιές τους όμως δεν άργησαν να πέσουν πάνω στο νεαρό ζευγάρι που κάθισε στο διπλανό τους παγκάκι... Ήταν ανήσυχοι και τράβηξαν την προσοχή του ηλικιωμένου ζευγαριού...